Friday, 13 October 2017

20 χρόνια εφιάλτες. 20 χρόνια υλικό για ατάκες


Previously on 'Οι επαναλαμβανόμενοι μου εφιάλτες'

Εφιάλτες
Τα όνειρα του σπιτιού της Μάγισσας
...και εφιάλτες (2 of 2)


Επειδή όμως ξέρω ότι θα βαρεθήκατε να τα ξαναδιαβάσετε (αλλά κάθε φορά που τα ξαναδιαβάζω εγώ τα βρίσκω και πιο αστεία) θα σας κάνω μια σύντομη εισαγωγή σχετικά με τους επαναλαμβανόμενους, επί 20+ χρόνια εφιάλτες μου, προτού σας γράψω το νέο κεφάλαιο, το οποίο σας υπόσχομαι, δεν θα σας απογοητεύσει..

Πριν 25 χρόνια, το βράδυ, είχαν μπει κλέφτες το βράδυ, στο πατρικό μου. Δεν μας έκλεψαν τίποτα, γιατί εκείνη την στιγμή είχα σηκωθεί για να πιω νερό. Δεν τους είδα φυσικά, αλλά κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Παρόλα αυτά, ήπια το νερό και επέστρεψα στο κρεβάτι μου. Το πρωί ανακαλύψαμε ότι είχαν κλέψει τους από πάνω, σε εμάς όμως μόνο είχαν παραβιάσει τα παράθυρα του σαλονιού, στο μπαλκόνι είχε πατημασιές από λάσπη, και το λάστιχο του ποτίσματος είχε δεθεί στα κάγκελα του μπαλκονιού και χρησιμοποιήθηκε για να πηδήξουν από τον δεύτερο όροφο στο πρώτο.



Πέντε χρόνια μετά άρχισα να έχω εφιάλτες σχετικούς με το γεγονός αυτό. Το μοτίβο, σε μέσες γραμμές ήταν ίδιο. Έβλεπα όνειρο ότι ξύπναγα στο δωμάτιο που κοιμόμουν αλλά είτε ήταν κλέφτες μέσα στο δωμάτιο και με κοίταγαν, είτε προσπαθούσαν να μπουν, είτε τους ξάφνιαζα εγώ. Άλλες φορές τους έβλεπα να είναι κρυμμένοι πίσω από τις κουρτίνες και τους καταλάβαινα γιατί φαινόντουσαν τα παπούτσια τους που εξείχαν. Έτρεχα και τους έσπρωχνα και τους έριχνα κάτω από το μπαλκόνι (για κάποιο λόγο, εκεί που τελείωναν οι κουρτίνες, τελείωνε και το μπαλκόνι), αλλά μόλις ξεμπέρδευα με τον ένα, ανακάλυπτα και άλλων. Μερικές φορές αμυνόμουν με τα γυμνά μου χέρια, άλλες φορές είχα δοκάρια ή μπαστούνια του baseball (κρυμμένα συνήθως κάτω από το κρεβάτι). Αλλά το πιο ενοχλητικό ήταν οι φορές που δεν μπορούσα να κουνηθώ ή να μιλήσω (sleep paralysis) και αυτοί συνέχιζαν να με κλέβουν ανενόχλητοι, ή ακόμη χειρότερα να έρχονται πάνω από το κρεβάτι μου και να αλληλοκοιταζόμαστε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να λένε τίποτα, ενώ εγώ ήμουν παραλυμένος.

Όταν παντρεύτηκα, τις φορές που δεν μπορούσα να κουνηθώ, προσπαθούσα να φωνάξω. Συνήθως φώναζα ‘Κλέφτες!» ή πιο συχνά «Πούστηδες!». Όταν ξύπναγα όλα αυτά μου φαινόντουσαν πολύ αστεία, αλλά δεν ίσχυε το ίδιο με την σύζυγο που είχε κοψοχωλιαστεί. Φαντάζομαι το ίδιο θα ενοχλήθηκαν και οι γείτονες (πάνω και κάτω), γιατί σίγουρα θα με άκουγαν, τόσο δυνατά φώναζα..

Με τον καιρό άρχισα να βάζω και την σύζυγο στην πλοκή της υποθέσεις. Συνήθως όταν τα έβρισκα μπαστούνια, δηλαδή όταν έπεφταν πάνω στο κρεβάτι μου 3-4 κλέφτες και με το βάρος τους με ακινητοποιούσαν, φώναζα μέσα στον ύπνο μου, αλλά και στο ξύπνιο μου, το όνομα της συζύγου για να έρθει για βοήθεια. Άναβε το φως συνήθως και προσπαθούσε να με ξυπνήσει για να σταματήσω να φωνάζω. Συνήθως τα κατάφερνε. Μερικές φορές μάλιστα μου έλεγε ότι ‘είχε καλέσει ήδη την Αστυνομία’… Αυτό συνεχίστηκε για κάποιους μήνες, μέχρι που σταμάτησα να φωνάζω το όνομα της και άρχισα να φωνάζω το όνομα της αδερφής μου. Την πρώτη φορά της έκανε εντύπωση και αντί να με καθησυχάσει με ρώτησε μέσα στο ύπνο μου γιατί φωνάζω την αδερφή μου και όχι αυτήν. Μέσα στο ύπνο μου της απάντησα: ‘Επειδή όταν φωνάζω εσένα, δεν κάνεις τίποτα!’. Ε, δεν είχα και άδικο.

Αυτό συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Οι ατάκες που βγήκαν από την όλη ιστορία ήταν οι εξής (όλες απαγγέλλονται φωναχτά):

’Κλέφτες!’
’Πούστηδες!’
’Βοήθεια! Πούστηδες!’
’Λυδία, πιάστους!’
’Φωνάξτε την αστυνομία!’
’Σας βλέπω, πούστηδες!’

Αλλά τελευταία είχα στερέψει από νέες ατάκες, μέχρι χτες το βράδυ.

Χτες το βράδυ, στον ύπνο μου, το διαμέρισμα μου δέχτηκε ολόκληρη πολιορκία από κλέφτες οι οποίοι έμπαιναν από παντού. Γενικώς το όνειρο θα μπορούσε να ήταν και ένα tower defense. Έμπαιναν από τις πόρτες, από τα παράθυρα, από τις μπαλκονόπορτες και από το τζάκι. Εγώ προσπαθούσα να τους εξουδετερώσω με γροθιές και λάβες, και ομολογώ τα πήγαινα αρκετά καλά. Δεχόμουν αρκετό ξύλο, αλλά είχα τον έλεγχο της κατάστασης. Μέχρι που έγινε το τραγικό λάθος. Φώναξα στον ύπνο μου ‘Τι κάνεις μωρή μαλακισμένη;’ Μια ατάκα που δεν είχε καμία σχέση με το όνειρο που έβλεπα. Μάλιστα δεν την θυμάμαι καν την ατάκα, αλλά ήταν η ατάκα που ξύπνησε την σύζυγο. Όπως πάντα άνοιξε το φως για να ξυπνήσω αλλά αντί να αρχίσει να μου ψιθυρίζει καθησυχαστικές φράσεις, με αγκάλιασε. 

Μεγάλο λάθος, γιατί αυτό στο όνειρο μου το μετέφρασε ο εγκέφαλος μου σαν έναν κλέφτη που ήρθε από πίσω μου και ξαφνιάζοντας με μου έκανε κεφαλοκλείδωμα ακινητοποιώντας με και έτσι έδωσε την ευκαιρία στους υπόλοιπους κλέφτες να μπουν και να με καταπλακώσουν... Και τότε ξύπνησα, αλλά όχι πριν φωνάξω δυνατά την καλύτερη ατάκα που έχω πει ενώ κοιμάμαι…

’ΠΑΓΙΔΑ! ΠΟΥΣΤΗΔΕΣ!’